Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

H νευρική ανορεξία ως εξάρτηση : ομοιότητες και διαφορές στο οικογενειακό προφίλ. Μερος 1ο


 
Πολλοί συγγραφείς προσεγγίζουν  τη νευρική ανορεξία ως μια εξαρτητική διαταραχή λόγω των κλινικών  ομοιοτήτων και των κοινών  ψυχοπαθολογικών μηχανισμών που μοιράζονται. Ο όρος εξαρτητική συμπεριφορά είναι μια προέκταση του όρου που συνήθως χρησιμοποιείται για να περιγράψει εξαρτήσεις από ουσίες, αλλά και άλλες συμπεριφορές που ο Fenichel(1945) ονόμασε εξαρτήσεις χωρίς ναρκωτικά. Μια εξαρτητική συμπεριφορά  χαρακτηρίζεται από ένα μοτίβο επαναλαμβανόμενων αποτυχιών ελέγχου της ίδιας της συμπεριφοράς και συνέχισής της παρά τις σημαντικές αρνητικές  της συνέπειες(Goodman,, 1990. Έρευνες έχουν δείξει ότι η ανορεξία και οι εξαρτήσεις  από τα ναρκωτικά χαρακτηρίζονται από κοινές διαδικασίες απώλειας του ελέγχου όπως και επαναλαμβανόμενων και καταναγκαστικών πράξεων.
Σε επίπεδο οικογένειας, μελέτες έχουν δείξει ότι τόσο στις οικογένειες των ατόμων με νευρική ανορεξία όσο και σε εκείνες των  εξαρτημένων από ουσίες ατόμων , παρατηρούνται διαταραχές σχετικές με την εγγύτητα(intimacy).  Η νευρική ανορεξία  σχετίζεται με ένα πιο άκαμπτο οικογενειακό κλίμα που περιλαμβάνει ταμπού σχετικά με την γυμνότητα και την σεξουαλικότητα κατά τη διάρκεια της παιδικής  ηλικίας .Η ακαμψία αυτή δεν παρατηρείται στις οικογένειες των εξαρτημένων από ουσίες ατόμων, όμως υπάρχουν άλλες κοινές διαταραχές αναφορικά με την εγγύτητα μεταξύ των μελών της οικογένειας  κατά την παιδική ηλικία και αυτές περιλαμβάνουν τη σωματική ή/ και τη σεξουαλική κακοποίηση και τον μη ασφαλή γονεικό δεσμό( Hodson, 2006).
Αν εξετάσουμε τις εν λόγω οικογένειες υπό την οπτική των εννοιών του αποχωρισμού και της αυτονομίας, θα βρούμε παραπάνω ομοιότητες. Οι εξαρτητικές συμπεριφορές σχετίζονται με ένα έντονο φόβο αποχωρισμού που βιώνεται από την οικογένεια  και ο οποίος βρίσκεται σε άμεση σύνδεση με μια έλλειψη διαπροσωπικής διαφοροποίησης εντός του οικογενειακού συστήματος.  Με τον όρο διαπροσωπική διαφοροποίηση (interpersonal differentiation)  εννοούμε την ικανότητα να βιώνω εγγύτητα με άλλους  και να διατηρώ την αυτονομία μου στις οικογενειακές σχέσεις. Είναι μια έννοια που αντανακλά την ικανότητα να διαφοροποιώ τον εαυτό μου από τον άλλον στα πλαίσια μιας στενής σχέσης σε επίπεδο  αντιλήψεων , κινήτρων, αξιών, γνωμών και συναισθημάτων . Στις οικογένειες όπου υπάρχει έλλειψη διαπροσωπικής διαφοροποίησης , παρατηρείται υψηλός βαθμός συναισθηματικής αντιδραστικότητας, χαμηλός βαθμός συναισθηματικής εγγύτητας αλλά και αυτονομίας στη οικογένεια , και τέλος χαμηλός βαθμός ελέγχου της ατομικής συμπεριφοράς στην ενήλικη ζωή. Τέτοιου  είδους διαταραχές στη διαπροσωπική διαφοροποίηση τόσο σε επίπεδο οικογενειακής συνοχής όσο και σε επίπεδο οικογενειακών αλληλεπιδράσεων,  εντοπίζονται και στα δυο προφίλ οικογενειών(Rowa, Kering& Geller, 2001, Lee&Bell, 2003).
Πιο συγκεκριμένα, τα ανορεξικά άτομα έχουν την τάση να θεωρούν τις οικογένειές τους υπερπροστατευτικές αλλά παράλληλα θεωρούν ότι το ενδιαφέρον/ φροντίδα που απολαμβάνουν από τους γονείς τους είναι χαμηλού βαθμού, χαρακτηριστικές διαστάσεις ενός μη στοργικού ελέγχου(affectionless control) ο οποίος εμπεριέχει την απόρριψη των πραγματικών τους αναγκών ( Turner, Ross& Cooper, 2005).  Η υπερπροστατευτικότητα που αναφέρουν οι ασθενείς με νευρική ανορεξία  θα μπορούσε να λειτουργεί αντισταθμιστικά στο χαμηλό βαθμό συνοχής αλλά και προσαρμοστικότητας που παρατηρήθηκε στις εν λόγω οικογένειες από τους Cook-Darrzens et al. (2005).
Στο ίδιο μήκος κύματος, οι γονείς των εξαρτημένων από ουσίες ατόμων σε έρευνα των Green& al(2005) έτειναν να υποτιμούν τη χρήση ουσιών από τα παιδιά τους ενώ παράλληλα υπερεκτιμούσαν τον  γονεικό έλεγχο που ασκούσαν  σε αυτά οι ίδιοι. Επιπρόσθετα, ο   Torresani (2000)  σε σχετική έρευνα  με εξαρτημένα από ουσίες άτομα , αναφέρει ότι οι ασθενείς εκτιμούσαν  ότι ο γονεικός έλεγχος ήταν υψηλός χωρίς να υπάρχει όμως στοργή και ουσιαστική φροντίδα.
Σε έρευνα των Doba et al (2014) βρέθηκε ότι και στις δύο περιπτώσεις οι ασθενείς  δίνουν χαμηλές απαντήσεις αναφορικά με τον ιδανικό βαθμό οικογενειακής αρμονίας(family cohesion) σε σχέση με την ομάδα ελέγχου. Ο όρος αυτός περιλαμβάνει διάφορες μεταβλητές όπως η οικειότητα, η ζεστασιά, ο χρόνος που περνούν μαζί τα μέλη της οικογένειας, η συνεκτικότητα , η ανταλλαγή φροντίδας κτλ.
Μια σημαντική διαφοροποίηση η οποία επισημαίνεται στην παραπάνω μελέτη , είναι ότι οι ασθενείς  με νευρική ανορεξία παρουσιάζουν μειωμένες κοινωνικές δεξιότητες σε σχέση με τα εξαρτημένα από ουσίες άτομα, εύρημα που είναι απόλυτα λογικό αν αναλογιστεί κανείς το γεγονός ότι χρειάζεται ένας βαθμός εμπλοκής με άλλα άτομα για να προμηθευτούν την ουσία οι τελευταίοι. Επίσης υπήρχε σημαντική διαφοροποίηση  στο βαθμό πρόσληψης της ιδανικής προσαρμοστικότητας(adaptability) της οικογένειας, με τους ασθενείς με διαταραχή εξάρτησης από ουσίες να σκοράρουν υψηλότερα στην αντίστοιχη κλίμακα , εκδηλώνοντας έτσι θα λέγαμε την δυσαρέσκειά τους με τους οικογενειακούς κανόνες και την οικογενειακή λειτουργία η οποία απαιτεί από εκείνους συγκεκριμένες συμπεριφορές. Επιπλέον, σημειώθηκε μία περαιτέρω διαφορά αναφορικά με το  προφίλ των μητέρων, με τις μητέρες των εξαρτημένων από ουσίες ατόμων να εκφράζουν στο παιδί τους εντονότερα τη δυσαρέσκειά τους μέσω σχολίων για την κατάσταση του(critical comments) σε σχέση με της μητέρες των ασθενών με νευρική ανορεξία όπου τα σχόλια ήταν πολύ λιγότερα. Οι πατέρες των τελευταίων προσελάμβαναν τις οικογένειές τους ως λιγότερο αρμονικές(cohesion perceived) σε σχέση με τους πατέρες των εξαρτημένων από ουσίες ατόμων , χωρίς όμως να θεωρούν ότι ιδανικά(cohesion ideal) μια οικογένεια θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από έναν υψηλό βαθμό αρμονίας.
Τα ευρήματα των δύο τελευταίων παραγράφων οδήγησαν τους Doba et al (2014) στην υπόθεση ότι η διάκριση ανάμεσα στην κριτική που ασκούν οι μητέρες στα παιδιά τους για την κατάστασή τους και στο βαθμό πρόσληψης της οικογενειακής αρμονίας αλλά και της ιδανικής οικογενειακής αρμονίας από τη μεριά των πατέρων, θα μπορούσε να αποτελεί έναν  σημαντικό οικογενειακό μηχανισμό για τη διαφοροποίηση των δύο διαταραχών.
 

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Δωρεάν ομάδα ψυχοκοινωνικής υποστήριξης για άνεργα ή υποαπασχολούμενα άτομα διάρκειας δύο μηνών

   





 Η εργασία αποτελεί ένα σημαντικό μέρος της ταυτότητας του ατόμου. Η έλλειψή της σηματοδοτεί ένα από τα σημαντικότερα πλήγματα για την ατομική και κοινωνική ταυτότητα, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου έχει επενδυθεί αρκετός χρόνος για την απόκτηση γνώσης, εξειδίκευσης και επαγγελματικής εμπειρίας.
     Λαμβάνοντας υπόψη την περιορισμένη δυνατότητα πρόσβασης των ανέργων σε κατάλληλα υποστηρικτικά πλαίσια , η Κοιν.Σ.Επ 'Εν Έργω'  συνεχίζει τις δράσεις της με τη δημιουργία νέων ομάδων ψυχοκοινωνικής υποστήριξης.
    Μια  από τις νέες αυτές ομάδες πρόκειται να ξεκινήσει στα μέσα του Μάη. Η ομάδα απευθύνεται σε άνεργα ή υποαπασχολούμενα ενήλικα άτομα. Σκοπός της είναι η υποστήριξη, η ενδυνάμωση και η κινητοποίηση των ατόμων μέσω μιας πρώτης συμβουλευτικής παρέμβασης σε ομαδικό επίπεδο.

Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επικοινωνήσουν για περισσότερες πληροφορίες στο τηλ 210-5747473.

Συντονίστρια : Πάσχου Καλλιρρόη , Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπεύτρια , Κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου Οργανωτικής και Οικονομικής Ψυχολογίας,  Ιδρυτικό μέλος και Γραμματέας της "Εν Έργω".


 

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013

Οικογένεια και μύθος

"Δεν αρκεί να αναπαράγεις την ανθρώπινη σάρκα , θα πρέπει να την εγκαταστήσεις"

                                                                                                      Pierre Legendre












" Αυτό το παιδί αν ήταν διαφορετικό , δε θα είχαμε τόσα προβλήματα με τον άντρα μου..."

"Είμαστε μια πολύ δεμένη οικογένεια!"

"Αν κάνουμε ένα παιδί, θα σταματήσουν οι καυγάδες μας..."

"Μόνο εμείς σε αγαπάμε..."

"Σύντομα θα βρεθεί το φάρμακο για την αρρώστια του μπαμπά!"

"Αν μορφωθείς, θα πετύχεις στη ζωή σου!"


 Φράσεις που ακούγονται συχνά σε συζητήσεις σχετικές με την οικογένεια, αλλά και στα πλαίσια μιας θεραπευτικής συνεδρίας.

Οι έννοια του μύθου είναι το σημείο συνάντησης της άμυνας και του φαντασιακού. Αποτελεί ένα εξηγητικό σχήμα το οποίο έχει υιοθετήσει η οικογένεια στην προσπάθειά της να κατανοήσει την πραγματικότητα,  να μιλήσει για αυτή αλλά και να επέμβει πάνω σε αυτή με έναν ψυχικά "μαγικό" τρόπο.

Αποτελεί μια μετα-γλώσσα με την οποία η ίδια η οικογένεια μιλά για τον εαυτό της , καθοδηγεί τα μέλη της και ως τέτοιο σύστημα μεταβιβάζεται διαγενεακά(Τσαμπαρλή, 2010). Ο μύθος ενοποιεί και δίνει σύντονο νόημα στις παρελθούσες, τις παρούσες και τις μέλλουσες εμπειρίες των μελών της οικογένειας. Εμπειρίες οι οποίες έχουν ποικίλο περιεχόμενο καθώς μπορεί να έχουν βιολογικό, κοινωνικό, πολιτισμικό, στενά διαπροσωπικό αλλά και οικογενειακό χαρακτήρα.

 Το άτομο με την υιοθέτηση των μύθων συμμετέχει στο συλλογικό φαντασιακό της οικογένειας, βρίσκει μια βάση για την ανάπτυξη του , η οποία του παρέχει κριτήρια και "λογικές" λύσεις για διάφορες καταστάσεις. Υπό αυτή την έννοια για τη συστημική θεώρηση , ο μύθος ευνοεί την αυτοπραγμάτωση του ατόμου. Επιπλέον, λειτουργεί ως κανόνας διανομής των οικογενειακών ρόλων των μελών. Συνεπώς , μέσα από τους ρόλους συνδιαμορφώνει  τις προσδοκίες την αντίληψη του ενός μέλους για το άλλο , αλλά και ταυτόχρονα της οικογενειακής εικόνας στο σύνολό της.

Η αμυντική λειτουργία του μύθου έγκειται στην ομοιοστατική ιδιότητά του, καθώς καταφέρνει να διατηρεί τη δομή των σχέσεων αλλά και το συναισθηματικό τους περιεχόμενο ,προστατεύοντάς το από την καταστροφή. Ο συστημικός θεωρητικός Ferreira(1963)  προτείνει ότι ο μύθος είναι για την οικογένεια ό,τι είναι η άμυνα για το άτομο. Μέσα από τη λειτουργία της μυθοποίησης, η οικογένεια καταφέρνει να αναδιαμορφώνει τους μύθους της στην προσπάθειά της να προσαρμοστεί σε νέες συνθήκες.

Σύμφωνα με την ψυχαναλυτική θεώρηση, ο μύθος είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την οικογένεια , καθώς η τελευταία έχει την ιδιότητα ως μια μικρή ομάδα να δημιουργεί φαντασιώσεις και κοινές πεποιθήσεις στα μέλη της. Συνεπώς, οι οικογενειακοί μύθοι έχουν ένα λανθάνον περιεχόμενο , ένα ιδιαίτερο νόημα για τα μέλη , το οποίο προσπαθεί να προσεγγίσει ο θεραπευτής ,όπως στα όνειρα και τις παραπραξίες


Πότε η χρήση του μύθου γίνεται παθολογική;


Ένα από τα κριτήρια παθολογικής χρήσης του μύθου στα πλαίσια μιας οικογένειας είναι η χρήση πολλών μύθων ταυτόχρονα, η οποία δεν ανταποκρίνεται στην εξωτερική πραγματικότητα και παράλληλα δυσχεραίνει την αντίληψη της οικογένειας για αυτή  ,αλλά και την ωρίμανση των μελών της.  Η υιοθέτηση πολλών μύθων καθοδηγεί τη συμπεριφορά με έναν τρόπο ο οποίος τροφοδοτεί με αρκετό άγχος τα μέλη , με αποτέλεσμα το χαμηλό βαθμό ελέγχου της πραγματικότητας.

Το δεύτερο κριτήριο παθολογικής χρήσης του μύθου , είναι το πόσο συχνά μια οικογένεια χρησιμοποιεί τους μύθους ως αμυντικούς μηχανισμούς ακόμα και σε καταστάσεις κρίσης, αδυνατώντας να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα και ταυτόχρονα αδυνατώντας να επινοήσει άλλους τρόπους για να μιλήσει για την ίδια  ως σύνολο ,αλλά και τις σχέσεις μεταξύ των μελών της.

Έχει ιδιαίτερη θεραπευτική σημασία να δούμε τους μύθους που βρίσκονται στον πυρήνα συγκρότησης της οικογένειας , δηλαδή στο ζεύγος των γονέων οι οποίοι έχουν επιλέξει ο ένας τον άλλον υποκινούμενοι από ασυνείδητες επιθυμίες και φαντασιώσεις. Αναπόφευκτα, θα εμπλακούν και τα παιδιά με τους μύθους αυτούς κατά την ανάπτυξή τους εντός της οικογένειας.



Πώς κατηγοριοποιούνται οι μύθοι;



Yπάρχουν τρία είδη μύθων:

Οι μύθοι της απαλλαγής και της λύτρωσης, οι μύθοι της σωτηρίας και οι μύθοι της αρμονίας.

Οι μύθοι της σωτηρίας περιέχουν την πίστη ότι η οικογένεια θα προστατευτεί από το κακό οποιασδήποτε μορφής, μέσω της παρέμβασης μιας εξιδανικευμένης φιγούρας ή διαδικασίας η οποία μπορεί να είναι ο θεραπευτής , ο Θεός , ο γιατρός κ.ά.

Οι μύθοι της αρμονίας είναι πολύ κοινοί για την ελληνική οικογένεια. Βασίζονται στην πεποίθηση ότι τα μέλη της οικογένειας είναι πολύ δεμένα και η έκφραση της επιθετικότητας είναι κάτι που σπανίζει εντός της οικογένειας. Στην πραγματικότητα , η οικογένεια αρνείται την επιθετικότητά της και πολλές φορές την προβάλλει σε κάποιο αδύναμο μέλος, το οποίο ταυτίζεται με την προβολή μέσω του μηχανισμού της προβλητικής ταύτισης.

Τέλος, οι μύθοι της απαλλαγής και της λύτρωσης, αποτελούν μια κλασική περίπτωση σχάσης και προβολής. Η οικογένεια θεωρεί υπεύθυνο για τις κακοτυχίες της κάποιο μέλος της οικογένειας ή κάποιον εκτός αυτής, όπως για παράδειγμα κάποιο γείτονα, τον απόντα πατέρα, το άρρωστο παιδί κ.ά.

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Νέα ομάδα σωματικής έκφρασης με χοροθεραπευτικές τεχνικές και ασκήσεις εικαστικής θεραπείας

        Στην ομάδα αυτή συναντιούνται μεθοδολογικά η ψυχανάλυση, η χοροθεραπεία και η εικαστική θεραπεία.  Ο συνδυασμός των τριών αυτών οπτικών παρέχει μια ποικιλία τρόπων στον ψυχισμό για να εκφράσει , να αναπαραστήσει και να συμβολοποιήσει το ασυνείδητο και συνειδητό του περιεχόμενο.

     Η ομάδα απευθύνεται σε άτομα τα οποία αναζητούν ένα ομαδικό θεραπευτικό πλαίσιο το οποίο να εμπλέκει το σώμα, σε όσους αναζητούν μία μέθοδο αυτογνωσίας, διαχείρισης του στρες και σωματικής έκφρασης μέσα από ψυχοθεραπευτικές τεχνικές. 


   Συντονιστές: Καλλιρρόη Πάσχου & συν.
  

  Τηλέφωνο για συμμετοχή & περαιτέρω πληροφορίες : 210-5747473

 




        
 

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Psychology School: 'Η ψυχολογία της οικογένειας'



Το πρώτο σεμινάριο Ψυχολογίας για την νέα χρονιά θα αποτελείται από μια σειρά διαλέξεων αλλά και βιωματικών ασκήσεων σχετικών με τους οικογενειακούς δεσμούς.


 Στα πλαίσια του σεμιναρίου θα πραγματοποιηθούν τέσσερεις συναντήσεις( διάρκειας τριών ωρών η καθεμία) με τις εξής θεματικές:


1. Το πέρασμα στη  γονεϊκότητα.

2. Το Εγώ μέσα στο Εμείς.

3. Ο συζυγικός δεσμός και η εξέλιξή του

4. Σταθμοί στην αναπτυξιακή πορεία της οικογένειας


Το σεμινάριο είναι ανοιχτό για όποιον ,-α ενδιαφέρεται. Απευθύνεται σε γονείς και μη, ψυχολόγους ή κοινωνικούς επιστήμονες γενικότερα, εκπαιδευτικούς, νηπιαγωγούς κ.ά.




Εισηγήτρια : Πάσχου Καλλιρρόη
                      Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπεύτρια(MSc)
                      Ομαδική Αναλύτρια, Οικογενειακή Θεραπεύτρια



Προτεινόμενες ώρες- μέρες σεμιναρίου: Δευτέρα απόγευμα ή Σάββατο πρωί(το οριστικό πρόγραμμα θα αποφασιστεί σε συνεννόηση με τους συμμετέχοντες.) Το σεμινάριο θα ξεκινήσει τον Ιανουάριο του 14 και θα ολοκληρωθεί μέσα σε τέσσερεις εβδομαδιαίες συναντήσεις.




Κόστος : 80 ευρώ για όλες τις θεματικές
                 ή 30 ευρώ για την καθεμία


Τόπος: Κέντρο Ψυχοθεραπείας & Συμβουλευτικής 
            Αιμ. Βεάκη Περιστέρι

Τηλ : 6938989818- 2105747473



 

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

Θέματα Κοινωνικής Ψυχολογίας: Πώς μπορεί η διομαδική βοήθεια να χρησιμοποιηθεί για τη διατήρηση του κοινωνικού status και των σχέσεων κυριαρχιας;









 ΔΙΟΜΑΔΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ: ΕΝΑ ΜΟΝΤΕΛΟ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΟΜΑΔΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ(INTERGROUP HELPING AS STATUS RELATIONS, IHSR)



 

To give is to show ones superiority


                                    Marcel Mauss 

 

 


1Εισαγωγή και θεωρητικές παραδοχές

 

 
Οι Nadler , Halabi και Harpaz-Corodeisky(2002)  , εισάγουν ένα θεωρητικό μοντέλο για την διομαδική βοήθεια (Intergroup Helping as Status Relations, IHSR)  στα πλαίσια του οποίου οι κοινωνικές ομάδες ,μέσω των σχέσεων βοήθειας, δημιουργούν σχέσεις κυριαρχίας και διατηρούν ή ανταγωνίζονται τις ήδη υπάρχουσες.  Βασική υπόθεση του μοντέλου είναι ότι η κοινωνική ασυμμετρία ανάμεσα στους αλληλεπιδρώντες, αποτελεί πολλές φορές το κλειδί για να κατανοήσει κανείς την κοινωνική συμπεριφορά. 

  Βασικές επιρροές για την διαμόρφωση του παραπάνω θεωρητικού οικοδομήματος(Νadler,Halabi& Harpaz-Corodeisky(2002)) αποτέλεσαν η Θεωρία της Αυτοκατηγοριοποίησης(Haslam, 2002)  και η  Θεωρία της Κοινωνικής Ταυτότητας. Η πρώτη μεταξύ άλλων προτείνει ότι όταν οι κατηγοριακές υπαγωγές του ατόμου που προσφέρει τη βοήθεια και του ατόμου που την αποδέχεται είναι εμφανείς, τότε η συμπεριφορά της βοήθειας πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μια μορφή διομαδικής βοήθειας και όχι μόνο ως διατομική(Τurner, Hogg, Oakes, Reicher& Wetherell, 1987 στο Nadler, 2002). Επιπλέον, η Θεωρία της Κοινωνικής Ταυτότητας έχει καταδείξει την τάση των μελών των ομάδων να υποβαθμίζουν την εξωομάδα και να μεροληπτούν με στόχο τη θετική διάκριση της ομάδας τους (Tajfel , 1978). Οι έρευνες πάνω στην κοινωνική ταυτότητα δείχνουν ότι οι διομαδικές σχέσεις είναι σπάνια σχέσεις ανάμεσα σε ίσες κοινωνικές οντότητες και ότι το κοινωνικό status επηρεάζει τα βασικά ομαδικά φαινόμενα και επηρεάζεται από αυτά. Το γεγονός ότι κάποιος είναι μέλος μιας ομάδας που είναι κατώτερη σε συγκεκριμένες διαστάσεις σε σχέση με μια άλλη ομάδα, αποτελεί μια απειλή για την κοινωνική ταυτότητα του ατόμου, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ατομικά ή συλλογικά μέσα για να βελτιώσει τη θέση του ή τη θέση της ομάδας. Οι στρατηγικές στις οποίες μπορεί να καταφύγει το άτομο ή η ομάδα εξαρτώνται από τη διαπερατότητα των διομαδικών ορίων, τη σταθερότητα και τη νομιμότητα τους.   Εάν τα διομαδικά όρια επιτρέπουν την κοινωνική κινητικότητα μεταξύ των ομάδων, είναι δηλαδή διαπερατά, τότε τα μέλη μιας κυριαρχούμενης ομάδας ενδέχεται να αποχωρήσουν από τη ομάδα τους και να προσαρτηθούν στην κυρίαρχη ομάδα στα πλαίσια της στρατηγικής της ατομικής κινητικότητας. Στην αντίθετη περίπτωση, εάν τα όρια δηλαδή είναι μη διαπερατά, ενδέχεται η κυριαρχούμενη ομάδα να επαναξιολογήσει τη διάσταση της διομαδικής σύγκρισης(κοινωνική δημιουργικότητα) ή ενδέχεται να προσπαθήσει να προκαλέσει κοινωνική αλλαγή με στόχο την αλλαγή της κοινωνικής της θέσης(κοινωνικός ανταγωνισμός).

Η παροχή και αποδοχή διομαδικής βοήθειας αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία και καθίσταται ένα εξαιρετικά δυναμικό φαινόμενο στα πλαίσια ενός «αγώνα» για θετική κοινωνική ταυτότητα. Εκτός από την προσφορά βοήθειας στα μέλη μιας άλλης ομάδας η οποία κινητοποιείται από γνήσιο ενδιαφέρον (Strumer, Snyder& Omoto, 2005), η βοήθεια προς την εξωομάδα μπορεί να κινητοποιείται από την επιθυμία της ενδοομάδας για διάκριση και τη δημιουργία σχέσεων εξάρτησης. H εξάρτηση από τη βοήθεια μιας άλλης ομάδας, ενδέχεται να σηματοδοτεί την αποδοχή της ανωτερότητας της, ενώ αντίθετα, η απόρριψη της μπορεί να θεωρηθεί ένδειξη της επιθυμίας για αλλαγή των σχέσεων κυριαρχίας Η ομάδα που παρέχει βοήθεια είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι κατέχει αρκετούς «πόρους», ώστε να μπορεί να παρέχει βοήθεια στην εξωομάδα για να ξεπεράσει τη «δύσκολη θέση της». Η συνεχής παροχή βοήθειας από μια ομάδα σε μια άλλη αποτελεί ενδεχομένως μια σαφή «συμπεριφορική» δήλωση του υψηλότερου κοινωνικού κύρους της ομάδας η οποία την παρέχει. Παράλληλα, η αποδοχή της βοήθειας αποτελεί μια αναγνώριση της εξάρτησης από τη βοήθεια της εξωομάδας και ακολούθως του χαμηλότερου κύρους της ενδοομάδας. Η συνεχής αποδοχή βοήθειας από μια υψηλότερου κύρους εξωομάδα σημαίνει ότι η ενδοομάδα αποδέχεται την άνιση κοινωνική ιεραρχία, καθώς και τη νομιμότητα της χαμηλότερης της θέσης. Αυτός ο τύπος διομαδικής βοήθειας μπορεί να προκαλέσει διομαδικές εντάσεις όπως επίσης και διομαδικές παρεξηγήσεις(misunderstandings). Σύμφωνα με τους Nadler & Fisher(1986), αυτό συμβαίνει λόγω της ασυμβατότητας ανάμεσα στην επίτευξη της κοινωνικής ισότητας και του γεγονότος ότι η αποδοχή της βοήθειας από μια ομάδα υπονοεί την κατωτερότητα της και την εξάρτηση της από τη βοήθεια μιας άλλης.

Σύμφωνα με το μοντέλο, η διομαδική βοήθεια λαμβάνει χώρα εντός δυο πλαισίων. Στο πρώτο, οι σχέσεις κυριαρχίας μεταξύ των ομάδων είναι ασφαλείς δηλαδή είναι σταθερές και νόμιμες. Αντίστοιχα, στο δεύτερο οι σχέσεις κυριαρχίας είναι μη ασφαλείς, δηλαδή ασταθείς και μη νόμιμες. Οι κοινωνικές ομάδες μπορούν στα πλαίσια αυτά, να χρησιμοποιήσουν τρόπους αμέσους ή έμμεσους, έτσι ώστε να διατηρήσουν την κοινωνική τους κυριαρχία ή να προσπαθήσουν να αλλάξουν τη δυσμενή θέση τους. Όταν μια ομάδα  υψηλής κοινωνικής θέσης κάνει εμφανείς διακρίσεις κατά μιας άλλης ομάδας χαμηλότερης κοινωνικής θέσης, χρησιμοποιεί άμεσους τρόπους να διατηρήσει την κοινωνική της κυριαρχία. Όταν όμως μια ομάδα υψηλής κοινωνικής θέσης, καθιστά εξαρτημένη μια ομάδα χαμηλότερης κοινωνικής θέσης από την ανωτερότητα των γνώσεων και των πόρων της, χρησιμοποιεί έμμεσους τρόπους να διατηρήσει και να ενισχύσει την κοινωνική της κυριαρχία.

Όσον αφορά την ομάδα χαμηλότερης κοινωνικής θέσης, ενδέχεται να  «προκαλεί» ανοιχτά την άνιση για εκείνη κοινωνική πραγματικότητα, χρησιμοποιώντας άμεσους τρόπους με στόχο την αλλαγή προς μια καλύτερη θέση.  Από την άλλη, όταν μια ομάδα χαμηλότερης κοινωνικής θέσης αρνείται τη βοήθεια που της προσφέρει μια προνομιούχα ομάδα ή αρνείται να αναζητήσει τη βοήθεια της τελευταίας, τότε χρησιμοποιεί μια έμμεση στρατηγική με στόχο να αλλάξει την δυσμενή για εκείνη κοινωνική πραγματικότητα, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά της για την επικρατούσα κοινωνική ανισότητα και την επιθυμία της για μια περισσότερο ισότιμη και ανεξάρτητη κοινωνική θέση.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η  παροχή βοήθειας είναι ένας τρόπος για τις προνομιούχες ομάδες να διατηρήσουν την προνομιούχα θέση τους, μέσω μιας κοινωνικά αποδεκτής συμπεριφοράς καθώς επίσης και να διατηρήσουν την «ανωτερότητά» τους αυξάνοντας την εξάρτηση από τις ίδιες των λιγότερο προνομιούχων ομάδων. Το γεγονός ότι η παροχή βοήθειας αυτή καθαυτή είναι μια κοινωνικά επιθυμητή συμπεριφορά ενδέχεται να καταστήσει δυσκολότερη την αντίσταση της λιγότερο προνομιούχας ομάδας σε αυτή την έμμεση άσκηση κοινωνικής δύναμης επάνω της.

Δεν είναι όμως λίγες οι περιπτώσεις που μια λιγότερο προνομιούχα ομάδα ενδέχεται να θεωρήσει την παρεχόμενη βοήθεια ως μια χειριστική επιβολή κοινωνικής κυριαρχίας και εν τέλει να την απορρίψει(Nadler, 2002). Η απόρριψη της βοήθειας μπορεί να οδηγήσει στην δημιουργία κοινωνικών παρεξηγήσεων, καθώς η προνομιούχα ομάδα μπορεί να προσβληθεί από την απώθηση της γενναιοδωρίας της.

Πολύ σημαντικό ρόλο όσον αφορά την παροχή, την  αποδοχή και απόρριψη της διομαδικής βοήθειας παίζουν τρεις παράγοντες(Νadler, 2002) : τα χαρακτηριστικά της βοήθειας(με προσανατολισμό την αυτονομία ή την εξάρτηση ),τα ατομικά χαρακτηριστικά των μελών των ομάδων(πχ υψηλή ή χαμηλή ταύτιση με την ενδοομάδα ) και τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής δομής(ασφαλής διομαδική ιεραρχία ή όχι).

Όσον αφορά τα χαρακτηριστικά της βοήθειας, στην περίπτωση της βοήθειας η οποία προσανατολίζεται στην αυτονομία (autonomy-oriented help), η βοήθεια αποκτά τη μορφή παροχής εργαλείων ή μέσων με τα οποία ο αποδέκτης θα μπορέσει να λύσει ένα πρόβλημα ή να αντιμετωπίσει μια κατάσταση μόνος του. Σύμφωνα με την Θεωρία της Κοινωνικής Ταυτότητας, αυτό το είδος βοήθειας προωθεί μια θετική κοινωνική ταυτότητα του αποδέκτη. Από την άλλη, η βοήθεια η οποία προσανατολίζεται στην εξάρτηση  (dependency-oriented) συνίσταται στην παροχή της πλήρους λύσης ενός προβλήματος και υπονοεί την αντιμετώπιση του αποδέκτη ως ανίκανου να συμβάλει στην επίλυση των προβλημάτων του και ως εκ τούτου ως εξαρτημένο από εξωτερική βοήθεια. Υπό το πρίσμα της Κοινωνικής Ταυτότητας, αυτό το είδος βοήθειας μπορεί να αποτελέσει μια απειλή για την θετική κοινωνική ταυτότητα.

Όσον αφορά τα χαρακτηριστικά των σχέσεων κυριαρχίας, ασφαλής(secure) θεωρείται η διομαδική ιεραρχία  εντός της οποίας οι σχέσεις θεωρούνται σταθερές και νόμιμες(Tajfel& Turner, 1986). Στην αντίθετη περίπτωση, οι μη σταθερές και μη νόμιμες σχέσεις σημαίνουν μη ασφαλή διομαδική ιεραρχία.  Ο τρόπος που προσλαμβάνεται η κοινωνική ιεραρχία έχει άμεση σχέση με τα κίνητρα των μελών των ομάδων. Μια κυρίαρχη ομάδα θα κινητοποιηθεί ως προς την υποστήριξη της κοινωνικής της θέσης και της διατήρησης του πλεονεκτήματός της εντός μιας μη ασφαλούς ιεραρχίας, ενώ μια κυριαρχούμενη ομάδα θα κινητοποιηθεί ως προς την αλλαγή της δυσμενούς θέσης της και την τροποποίηση της άνισης κοινωνικής πραγματικότητας.  

Όταν οι σχέσεις κυριαρχίας θεωρούνται ασφαλείς ,δεν υπάρχει ιδιαίτερο κίνητρο για τις κοινωνικές ομάδες για αλλαγή της άνισης κοινωνικής πραγματικότητας. Τα μέλη των προνομιούχων ομάδων προσφέρουν βοήθεια στις λιγότερο προνομιούχες ομάδες όποτε τη χρειάζονται και οι τελευταίες αναμένεται ότι θα αποδεχτούν τη βοήθεια αυτή. Στην ουσία όμως, η διομαδική βοήθεια ενισχύει την ανισότητα μέσω της ευεργεσίας.

Στην περίπτωση των μη ασφαλών σχέσεων κυριαρχίας, οι προνομιούχες ομάδες, σύμφωνα πάντα με τις προβλέψεις του μοντέλου για την διομαδική βοήθεια, θα προσπαθήσουν να ενισχύσουν την εξάρτηση των λιγότερο προνομιούχων ομάδων από αυτές παρέχοντας τους αρκετή βοήθεια. Οι προνομιούχες ομάδες στην περίπτωση αυτή, ενδέχεται να υποθέσουν την αναγκαιότητα της βοήθειας ακόμα και σε περιπτώσεις όπου αντικειμενικά δεν θεωρείται απαραίτητη.

 

 

 

 2. Πειραματικά υποδείγματα

 

 

 

Οι Jeters, Spears και Mansted (1996) χρησιμοποιώντας ελάχιστες ομάδες οι οποίες είχαν συγκροτηθεί επί τούτου(adhoc, minimal group paradigm), έλεγξαν πειραματικά την ιδέα ότι τα μέλη μια ομάδας χρησιμοποιούν την παροχή βοήθειας σε μια άλλη για να εξουδετερώσουν την απειλή, η οποία προέρχεται από την τελευταία.  Οι ερευνητές χειρίστηκαν πειραματικά το βαθμό ταύτισης με την ενδοομάδα και το βαθμό απειλής προς την κοινωνική θέση της ομάδας. Μετά τους χειρισμούς, οι συμμετέχοντες μπορούσαν να προσφέρουν βοήθεια στα μέλη της εξωομάδας σε οχτώ από τα δώδεκα προβλήματα που περιείχε ένα τεστ.  Τα αποτελέσματα του πειράματος έδειξαν ότι τα μέλη τα οποία ταυτίζονται στο μεγαλύτερο βαθμό με την ενδοομάδα (high identifiers) και τα οποία αντιλαμβάνονται την απειλή σε μεγαλύτερο βαθμό, προσφέρουν την περισσότερη βοήθεια στην εξωομάδα. Όταν λοιπόν η κοινωνική θέση μιας ομάδας απειλείται, τα μέλη της χρησιμοποιούν την παροχή βοήθειας προς την ομάδα από την οποία προέρχεται η απειλή σε μια προσπάθεια να μειώσουν την απειλή.

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Harpaz-Corodeisky(2005), πραγματοποίησε ένα παρεμφερές πείραμα, χρησιμοποιώντας πραγματικές ομάδες. Οι συμμετέχοντες στο πείραμα ήταν μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου οι οποίοι «απειλούνταν» ως προς την ακαδημαϊκή επίδοση, από μαθητές ενός άλλου αντίστοιχου επιπέδου σχολείου. Οι συμμετέχοντες μπορούσαν να παρέχουν βοήθεια στην ομάδα η οποία απειλούσε την κοινωνική τους θέση, σε μια ουδέτερη ομάδα και τέλος στη συνθήκη ελέγχου, η κοινωνική θέση τη ομάδας τους δεν απειλούνταν. Επιπλέον, μετρήθηκε ο βαθμός στον οποίο οι συμμετέχοντες ταυτίζονταν με την ενδοομάδα. Τα αποτελέσματα του πειράματος δείχνουν ότι τα άτομα τα οποία ταυτίζονται περισσότερο με την ενδοομάδα, προσφέρουν την περισσότερη βοήθεια στην ομάδα η οποία απειλεί τη θέση της. Συνεπώς, το κίνητρο παροχής βοήθειας στην εξωομάδα είναι η επιθυμία για θετική διάκριση της ενδοομάδας.  Tο παραπάνω συμπέρασμα ενισχύεται και από το γεγονός ότι τα άτομα που ταυτίζονταν περισσότερο με την ενδοομάδα, παρείχαν στην απειλούσα εξωομάδα την ίδια βοήθεια ανεξάρτητα από το βαθμό δυσκολίας του έργου. Εν τέλει, το κίνητρο παροχής βοήθειας φαίνεται πως είναι ένα καθαρά αμυντικό κίνητρο με σκοπό την εξάλειψη της απειλής προς την κοινωνική ταυτότητα.

Το Μοντέλο για τη Διομαδική Βοήθεια προτείνει ότι οι λιγότερο προνομιούχες ομάδες, όταν θεωρούν μη νόμιμες και ασταθείς τις σχέσεις κυριαρχίας και συνεπώς μη νόμιμη την κοινωνική τους θέση αλλά και ασταθή, αντιμετωπίζουν την εξάρτηση τους από μια περισσότερο προνομιούχα ομάδα ως ασύμβατη με την επιθυμία τους για μια ισότιμη κοινωνική θέση. Συνεπώς, θα είναι απρόθυμες ή διστακτικές να αποδεχτούν και να επιζητήσουν τη βοήθεια μιας προνομιούχας ομάδας. Σε μια σειρά πειραμάτων  (Nadler,Halabi & Dovidio, 2006, Nadler& Peleg, 2006) με ομάδες Αράβων Ισραηλιτών οι οποίες θεωρήθηκαν ως λιγότερο προνομιούχες σε σχέση με τους Ισραηλίτες Εβραίους, βρέθηκε ότι όταν ένα μέλος μιας λιγότερο προνομιούχας ομάδας δεχόταν βοήθεια από ένα μέλος μιας περισσότερο προνομιούχας ομάδας, εμφάνιζε μειωμένο συναίσθημα προσωπικής αξίας, καθώς επίσης και μειωμένη αίσθηση αξίας ως  μέλος της ενδοομάδας(ως Άραβας εν προκειμένω). Επίσης, βρέθηκε ότι ενώ τα μέλη της προνομιούχας ομάδας ζητούν στο ίδιο βαθμό βοήθεια από μέλη της ομάδας τους αλλά και της λιγότερο προνομιούχας ομάδας, τα μέλη της τελευταίας επιζητούν σε μικρότερο βαθμό βοήθεια από μέλη της προνομιούχας και σε μεγαλύτερο από μέλη της ενδοομάδας τους.

Επειδή στα παραπάνω πειράματα δεν μελετήθηκε ο βαθμός της προσλαμβανόμενης ασφάλειας των σχέσεων κυριαρχίας, πραγματοποιήθηκαν περαιτέρω πειραματικές μελέτες. Το πρώτο πείραμα(Νadler& Halabi, 2006) είχε δυο ανεξάρτητες μεταβλητές: τη σταθερότητα ή αστάθεια των σχέσεων κυριαρχίας και την παροχή βοήθειας ή όχι. Αρχικά, όλα τα υποκείμενα τα οποία ήταν μαθητές και είχαν ομαδοποιηθεί σε ελάχιστες ομάδες, πληροφορούνταν ότι η εξωομάδα είχε υψηλότερες σχολικές ικανότητες και συνεπώς ήταν η προνομιούχα ομάδα του πειράματος. Έπειτα, μισά υποκείμενα δέχονταν πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες η παρούσα κατάσταση στη διαφορά των ικανοτήτων εξωομάδας-ενδοομάδας θα παρέμενε ως έχει, ενώ τα υπόλοιπα δέχονταν πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες η παρούσα κατάσταση θα μπορούσε να αλλάξει σε μελλοντικές χορηγήσεις τεστ. Στη συνέχεια, μισά υποκείμενα δέχτηκαν βοήθεια από ένα μέλος της εξωομάδας για τη διεξαγωγή ενός έργου, ενώ τα υπόλοιπα δε δέχτηκαν. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι στη συνθήκη  «ασταθείς σχέσεις - παροχή βοήθειας» τα υποκείμενα παρουσίαζαν μειωμένο συναίσθημα (lower affect), προσελάμβαναν την εξωομάδα με περισσότερη ομοιογένεια και είχαν την τάση να κάνουν διακρίσεις κατά της εξωομάδας. Όταν λοιπόν, οι σχέσεις κυριαρχίας είναι ασταθείς,  η αποδοχή της βοήθειας από μια προνομιούχα ομάδα από τα μέλη των λιγότερο προνομιούχων ομάδων αποτελεί μια απειλή για την κοινωνική τους ταυτότητα. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι τα υποκείμενα στη συνθήκη «ασταθείς σχέσεις- παροχή βοήθειας» αξιολογούσαν τα μέλη της εξωομάδας ως περισσότερο επιθετικά σε σχέση με τις υπόλοιπες συνθήκες, καθώς η παροχή βοήθειας μπορεί να ερμηνεύεται ως μια προσπάθεια ματαίωσης της αξίωσης για μια καλύτερη κοινωνική θέση.

Σε επόμενο πείραμα, οι Νadler και Halabi (2006)  χρησιμοποίησαν πραγματικές ομάδες Ισραηλιτών Αράβων και Ισραηλιτών Εβραίων. Οι συμμετέχοντες ήταν Ισραηλίτες Άραβες οι οποίοι είχαν δεχτεί βοήθεια είτε από ένα μέλος της ενδοομάδας τους, είτε από ένα μέλος της εξωομάδας, δηλαδή των Ισραηλιτών Εβραίων. Οι πειραματιστές χειρίστηκαν το βαθμό σταθερότητας των σχέσεων σε κάθε συνθήκη. Έτσι, τα μισά υποκείμενα πληροφορούνταν ότι η διαφορά στο εκπαιδευτικό επίπεδο ανάμεσα τους Ισραηλίτες Άραβες και τους Εβραίους Ισραηλίτες μειωνόταν(συνθήκη ασταθών σχέσεων) ενώ τα υπόλοιπα υποκείμενα πληροφορούνταν ότι η διαφορά αυτή παρέμενε σταθερή μέσα στα χρόνια(συνθήκη σταθερών σχέσεων).Μετά τους παραπάνω χειρισμούς, οι συμμετέχοντες δέχονταν βοήθεια για την ολοκλήρωση ενός έργου χωρίς να τη ζητήσουν, από ένα άτομο το οποίο είτε συστηνόταν ως μέλος της εξωομάδας είτε ως μέλος της ενδοομάδας. Τα αποτελέσματα του πειράματος ήταν συμβατά με το μοντέλο. Τα υποκείμενα της συνθήκης των ασταθών σχέσεων τα οποία έλαβαν βοήθεια από ένα μέλος της εξωομάδας, υποτίμησαν σε μεγαλύτερο βαθμό την εξωομάδα και έδειξαν μεγαλύτερη ενδοομαδική εύνοια.

Συνδυάζοντας την προβληματική για τη διάκριση της παρεχόμενης διομαδικής βοήθειας με την κοινωνική θέση των ομάδων και τα χαρακτηριστικά των σχέσεων κυριαρχίας, διερευνήθηκαν οι παρακάτω υποθέσεις. Όσον αφορά τις σχέσεις κυριαρχίας, οι κυρίαρχες ομάδες παρέχουν βοήθεια με προσανατολισμό την εξάρτηση στις ομάδες χαμηλότερης κοινωνικές θέσης για να διατηρήσουν την κυριαρχία τους. Αυτή η συμπεριφορά ενισχύεται σε συνθήκες ασταθών κοινωνικών σχέσεων όπου το κοινωνικό τους «προβάδισμα» κινδυνεύει. Από την άλλη, τα μέλη μιας λιγότερο προνομιούχας ομάδας, σε συνθήκες σταθερών κοινωνικών σχέσεων, αποδέχονται τη βοήθεια που μπορεί να τους παρέχει μια προνομιούχα ομάδα, παρά το ότι η βοήθεια αυτή μπορεί να προσανατολίζεται στην εξάρτηση και να σηματοδοτεί μια νόμιμη και σταθερή κοινωνική ανισότητα. Σε συνθήκες ασταθών κοινωνικών σχέσεων, οι λιγότερο προνομιούχες ομάδες αναμένεται ότι θα απορρίψουν τη βοήθεια μιας προνομιούχας ομάδας η οποία προσανατολίζεται στην εξάρτηση, καθώς αυτού του τύπου οι συνθήκες επιτρέπουν την κοινωνική αλλαγή. Σε τέτοιες λοιπόν συνθήκες, οι λιγότερο προνομιούχες ομάδες θα είναι περισσότερο δεκτικές στη βοήθεια η οποία προσανατολίζεται στην ανεξαρτησία.

Εκτός όμως από τα χαρακτηριστικά των κοινωνικών σχέσεων, τα κίνητρα των μελών των ομάδων εξαρτώνται και από προσωπικά χαρακτηριστικά ,όπως η ταύτιση με την ενδοομάδα η οποία αναφέρεται στο βαθμό που κανείς προσκολλάται και δεσμεύεται με την ενδοομάδα. Τα άτομα που ταυτίζονται σε υψηλό βαθμό με την ενδοομάδα ανταποκρίνονται με διαφορετικό τρόπο στις απειλές προς αυτή, ευνοώντας την ενδοομάδα και υποτιμώντας την εξωομάδα με απώτερο σκοπό τη θετική διάκριση της ενδοομάδας. Από την άλλη, τα άτομα που ταυτίζονται σε μικρότερο βαθμό με την ενδοομάδα, ενδέχεται να ανταποκριθούν στην απειλή μειώνοντας την προσκόλληση τους στην ενδοομάδα. Επειδή λοιπόν, τα μέλη που ταυτίζονται σε μεγαλύτερο βαθμό με την ενδοομάδα επηρεάζονται σε μεγαλύτερο βαθμό από την απειλή προς την κοινωνική τους ταυτότητα, είναι πιθανό να προσπαθούν να διατηρήσουν το πλεονέκτημα της ομάδας τους,  παρέχοντας στην εξωομάδα βοήθεια με προσανατολισμό την εξάρτηση σε συνθήκες μη ασφαλών σχέσεων κυριαρχίας.

 Ενσωματώνοντας τα παραπάνω στη θεωρία για τη διομαδική βοήθεια οι Nadler& Halabi, (2006) πραγματοποίησαν ένα πείραμα με ανεξάρτητες μεταβλητές το βαθμό ταύτισης με την ενδοομάδα και τη σταθερότητα των σχέσεων κυριαρχίας και εξαρτημένη μεταβλητή την  προθυμία αναζήτησης βοήθειας από μέλη της ομάδας υψηλότερης θέσης, η οποία είτε προσανατολίζεται στην αυτονομία είτε στην εξάρτηση. Τα αποτελέσματα του πειράματος έδειξαν ότι κανένα από τα άτομα της λιγότερο προνομιούχας ομάδας, στη συνθήκη «ασταθείς σχέσεις- χαμηλός βαθμός ταύτισης » δεν αναζήτησε από την εξωομάδα  βοήθεια με προσανατολισμό την εξάρτηση. Όσον αφορά τη βοήθεια με προσανατολισμό την ανεξαρτησία δεν υπήρχαν διαφορές ανάμεσα στις συνθήκες.

      Μια περαιτέρω πειραματική μελέτη πραγματοποιήθηκε, εστιάζοντας αυτή τη φορά στα μέλη των κυριάρχων ομάδων.  Εξετάστηκε η υπόθεση ότι τα μέλη που ταυτίζονται περισσότερο με την ενδοομάδα παρέχουν σε μεγαλύτερο βαθμό στις  κυριαρχούμενες ομάδες βοήθεια με προσανατολισμό την εξάρτηση σε συνθήκες ασταθών σχέσεων κυριαρχίας(Ben- David, 2007).  Επίσης, επανελέγχθηκε η πρόταση των Gaertner και Dovidio(2000) ότι σε ασταθείς συνθήκες σχέσεων κυριαρχίας, ένας τρόπος να μειωθεί η απειλή που δέχονται οι ομάδες υψηλής κοινωνικής θέσης από τις χαμηλότερης θέσης ομάδες, είναι η έμφαση στην κοινή ταυτότητα ανάμεσα στα μέλη των δύο ομάδων. Οι ανεξάρτητες μεταβλητές του πειράματος ήταν η σταθερότητα ή η αστάθεια των σχέσεων κυριαρχίας και η έμφαση στην ταυτότητα των μελών της ενδοομάδας ή η έμφαση στην κοινή ταυτότητα των μελών των δύο ομάδων και η εξαρτημένη μεταβλητή ήταν η προθυμία ή μη, παροχής βοήθειας προς την εξωομάδα η οποία προσανατολίζεται είτε στην εξάρτηση, είτε στην αυτονομία. Τα αποτελέσματα του πειράματος έδειξαν ότι τα υποκείμενα στη συνθήκη «ασταθείς σχέσεις κυριαρχίας- έμφαση στην ταυτότητα των μελών της ενδοομάδας» παρείχαν στα μέλη της εξωομάδας σε μεγαλύτερο βαθμό βοήθεια που προσανατολίζεται στην εξάρτηση, ενώ παράλληλα οι διαφορές ανάμεσα στις υπόλοιπες συνθήκες δεν ήταν σημαντικές.

 

3.Συνολική θεώρηση του μοντέλου

 

       Η διομαδική βοήθεια όπως έχει αναφερθεί προηγουμένως συνδέεται με τις διομαδικές παρεξηγήσεις. Το ζήτημα αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στις προσπάθειες για την δημιουργία και ενίσχυση ειρηνικών σχέσεων ανάμεσα σε κράτη με εχθρικές σχέσεις όπως για παράδειγμα οι Παλαιστίνιοι και οι Ισραηλίτες, καθώς και σε προγράμματα εθελοντικής ή διακρατικής βοήθειας. Έχει παρατηρηθεί σε ορισμένες περιπτώσεις ότι άτομα που εργάζονται σε προγράμματα βοήθειας ζητούν να τους δοθεί χρηματική πληρωμή για να αποδεχτούν την παρεχόμενη βοήθεια με τη μορφή δωρεάς εξοπλισμού, τροφίμων και παροχής εκπαιδευτικών σεμιναρίων. Η απαίτηση τους αυτή για πληρωμή ερμηνεύεται από τους παρόχους της βοήθειας ως αγνωμοσύνη ενώ, σύμφωνα με το μοντέλο της διομαδικής βοήθειας, αποτελεί μια στρατηγική εξάλειψης της υποτίμησης που συνδέεται με την αποδοχή της βοήθειας και αποκατάστασης της αυτοεκτίμησης του αποδέκτη και της κοινωνικής ισότητας.

 

Συνοψίζοντας , ο Nadler(1987) προτείνει ότι η παρεχόμενη βοήθεια μπορεί να προσδιοριστεί σύμφωνα με τις εξής διαστάσεις:

 α)αν προσανατολίζεται στην εξάρτηση ή την ανεξαρτησία

 β) αν παρέχεται χωρίς να ζητηθεί ή εφόσον έχει ζητηθεί

 γ) σύμφωνα με τον προσλαμβανόμενο βαθμό δυσκολίας ή ευκολίας του προβλήματος.

Όταν παρέχεται βοήθεια από μια κυρίαρχη ομάδα σε μια κυριαρχούμενη χωρίς να έχει ζητηθεί και για να επιλυθεί ένα σχετικά εύκολο πρόβλημα, μπορούμε να πούμε ότι η τελευταία αντιμετωπίζεται ως ανίκανη και συνεπώς πρέπει διαρκώς να εξαρτάται από την κυρίαρχη καθώς αυτή κατέχει περισσότερη γνώση και δύναμη. Αντίθετα, όταν η βοήθεια παρέχεται εφόσον έχει ζητηθεί, σχετίζεται με ένα δύσκολο πρόβλημα και προσανατολίζεται στην ανεξαρτησία, τότε η ομάδα αποδέκτης θεωρείται ικανή. Γενικά, όταν η κυρίαρχη ομάδα παρέχει βοήθεια σε μια κυριαρχούμενη και η βοήθεια αυτή κινητοποιείται από την επιθυμία για θετική διάκριση της ενδοομαδας, τότε οι αποδέκτες της βοήθειας θα αντιμετωπιστούν ως χρονίως εξαρτώμενοι, θα τους παρασχεθεί δηλαδή βοήθεια με προσανατολισμό την εξάρτηση,  χωρίς να την επιζητήσουν σε σχετικά εύκολα αντιμετωπίσιμα ζητήματα. Οι κυριαρχούμενες ομάδες από την άλλη όταν έχουν κίνητρο για την επίτευξη διομαδικής ισότητας, θα αρνηθούν την παροχή βοήθειας με προσανατολισμό την εξάρτηση από τις κυριαρχούμενες, θα είναι απρόθυμες να αναζητήσουν βοήθεια η οποία υπονοεί την χρόνια εξάρτηση από τις κυρίαρχες ομάδες. Θα έχουν την τάση να αποδέχονται τη βοήθεια η οποία θα υπονοεί μια προσωρινή εξάρτηση από τις κυρίαρχες ομάδες, δηλαδή βοήθεια την οποία θα έχουν ζητήσει πρώτα για την επίλυση δύσκολων έργων και η οποία προσανατολίζεται στην ανεξαρτησία. Ένας τρόπος λοιπόν να αποφευχθούν οι διομαδικές παρεξηγήσεις πριν την εφαρμογή προγραμμάτων παροχής διομαδικής βοήθειας είναι η ενθάρρυνση της συζήτησης πάνω στα κίνητρα των ομάδων για παροχή ή αποδοχή διομαδικής βοήθειας, καθώς στις περισσότερες περιπτώσεις τα προγράμματα αυτά σχεδιάζονται από τις κυρίαρχες ομάδες οι οποίες παρέχουν τη βοήθειά τους στις κυριαρχούμενες.

Παρά το γεγονός ότι το μοντέλο της διομαδικής βοήθειας θεωρεί ότι η νομιμότητα και η σταθερότητα των σχέσεων κυριαρχίας είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, ο Nadler (2002)προτείνει ότι ενεργοποιούν ξεχωριστές ψυχολογικές διαδικασίες. Μια κυρίαρχη ομάδα της οποίας τα κοινωνικά προνόμια δεν είναι νόμιμα, μπορεί να εμφανίσει συναισθήματα συλλογικής ενοχής, και να παράσχει βοήθεια σε μια κυριαρχούμενη ομάδα με κίνητρο της εξάλειψη των παραπάνω συναισθημάτων. Τα κίνητρα όμως παροχής βοήθειας στην περίπτωση ενός ασταθούς πλαισίου διομαδικών σχέσεων, σχετίζονται με το κοινωνικό άγχος(status anxiety) και την επιθυμία της κυρίαρχης ομάδας να διατηρήσει την προνομιούχα κοινωνική της θέση και την θετική διάκρισή της, παρέχοντας στην κυριαρχούμενη ομάδα βοήθεια με προσανατολισμό την εξάρτηση. Συνεπώς και η αστάθεια και η έλλειψη νομιμότητας στις σχέσεις εξουσίας, κινητοποιούν τις κυρίαρχες ομάδες να παρέχουν βοήθεια στις κυριαρχούμενες αλλά για διαφορετικό λόγο.

        Επιπλέον, η αστάθεια και η νομιμότητα καθορίζουν τη στρατηγική που θα χρησιμοποιήσει μια ομάδα υψηλής κοινωνικής θέσης για να διατηρήσει τα κοινωνικά προνόμιά της. Αν θα χρησιμοποιήσει δηλαδή μια άμεση στρατηγική, όπως είναι η διάκριση ή η άσκηση πίεσης- δύναμης ή θα χρησιμοποιήσει μια έμμεση στρατηγική, όπως είναι η παροχή διομαδικής βοήθειας. Το μοντέλο προτείνει ότι σε ένα νόμιμο πλαίσιο, μια ομάδα υψηλής κοινωνικής θέσης θα επιλέξει άμεσες στρατηγικές διατήρησης της κοινωνικής της υπεροχής, ενώ στην περίπτωση ενός μη νόμιμου πλαισίου, λόγω συναισθημάτων συλλογικής ενοχής, θα επιλέξει έμμεσες στρατηγικές όπως η παροχή βοήθειας με προσανατολισμό την εξάρτηση.

    Τέλος, συνδέοντας τη Θεωρία Δικαιολόγησης του Συστήματος με το μοντέλο διομαδικής βοήθειας,  μια λιγότερο προνομιούχα ομάδα  έχει τη δυνατότητα να δικαιολογήσει την κατώτερη θέση της με βάση τη βοήθεια που δέχεται από μια ανώτερη κοινωνικά ομάδα και επιτρέπει στην τελευταία να θεωρήσει την ανωτερότητά της ως δίκαιη και ηθική ,καθώς δεν καταπιέζει την κατώτερη ομάδα αλλά της παρέχει βοήθεια. Τα παραπάνω αποκτούν μια ιδιαίτερη σημασία, αν σκεφτεί κανείς τη σχέση τους με τα πατερναλιστικά συστήματα και τον τρόπο που η κοινωνική καταπίεση μπορεί να νομιμοποιηθεί, παίρνοντας τη μορφή της φροντίδας, με πολύ σημαντικό κόστος για τις λιγότερο προνομιούχες ομάδες. Συνεπώς, η κοινωνική αλλαγή εντός τέτοιων συστημάτων μπορεί να είναι περισσότερο δύσκολη. Οι δυνατές επιλογές για μια λιγότερο προνομιούχα ομάδα η οποία αποσκοπεί στην κοινωνική αλλαγή σε ένα πλαίσιο ασταθών κοινωνικών σχέσεων κυριαρχίας , είναι δύο: είτε να συγκρουστεί ανοιχτά και άμεσα με την προνομιούχα ομάδα , είτε να αρνηθεί την βοήθεια που της προσφέρεται η οποία προσανατολίζεται στην εξάρτηση και να επιζητήσει βοήθεια με προσανατολισμό την αυτονομία, δείχνοντας έμμεσα την επιθυμία της για κοινωνική αλλαγή από την πατερναλιστική φροντίδα στην ισότιμη και αμοιβαία αλληλεξάρτηση των κοινωνικών ομάδων.

 

 

 

 

 

 

 

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Σχολικός εκφοβισμός(Bullying): μια “εκκωφαντική” συνωμοσία σιωπής μέσα στο σχολείο.



 

        Τα τελευταία χρόνια γίνεται έντονα λόγος για το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού, το οποίο δεν ταυτίζεται απόλυτα με τα φαινόμενα σχολικής βίας, αλλά διαφοροποιείται σε σημαντικές διαστάσεις.

       Ο σχολικός εκφοβισμός(Bullying) περιλαμβάνει επιθετικές μορφές συμπεριφοράς, οι οποίες απευθύνονται σε ένα άτομο ή μια ομάδα παιδιών, είναι σκόπιμες και επαναλαμβανόμενες, έχουν σωματικό ή λεκτικό χαρακτήρα, αλλά και έμμεσο. Οι σημαντικότερες μορφές του είναι η σωματική επίθεση, ο κοινωνικός αποκλεισμός, ο σεξουαλικός εκφοβισμός, ο συναισθηματικός,  η λεκτική βία και ο ηλεκτρονικός εκφοβισμός(Cyber bullying). Η ηλικία κορύφωσης του φαινομένου είναι η περίοδος ανάμεσα στα 11 και τα 14 χρόνια, ενώ η έναρξή του τοποθετείται στα πρώτα χρόνια του δημοτικού.

       Το σημαντικότερο στοιχείο που διαφοροποιεί το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού από το φαινόμενο της σχολικής βίας είναι η ανισότητα-ανισορροπία εξουσίας και δύναμης ανάμεσα στα εμπλεκόμενα μέρη, καθώς το παιδί-θύμα έχει σημαντικές δυσκολίες στην υπεράσπιση του εαυτού του και αδυνατεί να προβεί σε πράξεις οι οποίες θα σταματήσουν τον εκφοβισμό.

       Δεν έχουν όλα τα παιδιά τις ίδιες πιθανότητες να πέσουν θύματα σχολικού εκφοβισμού. Στις πιο επιρρεπείς ομάδες ανήκουν τα παιδιά όπου εντάσσονται σε κοινωνικές μειονότητες (εθνικού, θρησκευτικού χαρακτήρα κ, ά), έφηβοι με διαταραχή στην ταυτότητα του φύλου, αγόρια με μικρή μυϊκή δύναμη, παιδιά με ειδικές ανάγκες, παχύσαρκα παιδιά ή παιδιά με κοντό ανάστημα.

     Η θυματοποίηση τους με τη σειρά της έχει συνέπειες σε διάφορα επίπεδα. Αρχικά, όσον αφορά το σωματικό επίπεδο, τα παιδιά μπορεί να φέρουν μελανιές, γρατζουνιές ή και άλλα χτυπήματα. Σε ψυχολογικό επίπεδο, παρατηρείται ότι τα παιδιά-θύματα αποσύρονται και απομονώνονται, εμφανίζουν έντονο βαθμό άγχους και εκδηλώσεις κατάθλιψης. Σε ακραίες περιπτώσεις, προβαίνουν και σε αυτοεπιθετικές πράξεις με αποκορύφωμα την αυτοκτονία. Το μαθησιακό προφίλ τους επηρεάζεται και εκείνο με τη σειρά του από την πράξη του εκφοβισμού, καθώς μπορεί να εμφανιστούν μαθησιακές δυσκολίες, διάσπαση προσοχής αλλά και τραυλισμός. Συνήθως, τα θύματα είναι εκ των προτέρων αγχώδη παιδιά, εσωστρεφή και παθητικά ως προς την αντιμετώπιση των καταστάσεων και σε αρκετές περιπτώσεις έχουν αρνητική εικόνα για τον εαυτό τους.

    Όσον αφορά τα παιδιά-θύτες, τα παιδιά δηλαδή που εκφοβίζουν, παρουσιάζουν ασυνήθιστα ελάχιστο άγχος και ανασφάλεια, επιθυμούν να κυριαρχούν κα να ελέγχουν τις καταστάσεις, επιδεικνύουν εντυπωσιακή αδιαφορία για την οδύνη που προκαλούν, αλλά ταυτόχρονα αδυνατούν να ελέγξουν τον εαυτό τους. Τα αγόρια, συχνότερα από τα κορίτσια, εκφοβίζουν χρησιμοποιώντας σωματική βία και οργανώνονται σε ομάδες. Τα κορίτσια από την άλλη, χρησιμοποιούν συχνότερα έμμεσους τρόπους εκφοβισμού, όπως είναι ο αποκλεισμός ή η απομόνωση του παιδιού-θύματος από δραστηριότητες ή παρέες ,καθιστώντας τον εκφοβισμό δύσκολο να γίνει αντιληπτός από γονείς και δασκάλους. Η εχθρότητα των παιδιών-θυτών δεν αναπτύσσεται μόνο εις βάρος των παιδιών-θυμάτων ,αλλά και έχει ως στόχο το ίδιο το σχολείο και το εκπαιδευτικό προσωπικό.  Το 35-40% των ατόμων που εκφόβιζαν στα σχολικά τους χρόνια,  μέχρι την ηλικία των 24 ετών έχουν κατηγορηθεί για αξιόποινες πράξεις.

      Στα περιστατικά σχολικού εκφοβισμού, πέρα από τα παιδιά-θύτες και θύματα, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν τα παιδιά-παρατηρητές. Η σιωπηρή τους στάση ερμηνεύεται ως αποδοχή της πράξης από τον ίδιο το θύτη. Τα παιδιά παρατηρητές ενδεχομένως να φοβούνται να  παρέμβουν νομίζοντας ότι θα δυσκολέψουν την κατάσταση που βρίσκεται το θύμα. Μπορεί επίσης να  φοβούνται την εκδίκηση του θύτη και να μην παρεμβαίνουν αλλά ούτε και να ενημερώνουν κάποιο γονέα ή δάσκαλο.

     Οι ενέργειες των παιδιών παρατηρητών είναι ιδιαίτερα αναγκαίες για την αντιμετώπιση του σχολικού εκφοβισμού καθώς μπορούν να λειτουργήσουν ως διαμεσολαβητές. Είναι σημαντικό να γνωρίζουν ότι η απραξία τους μεταφράζεται ως υποστήριξη της πράξης του παιδιού που εκφοβίζει.  Είναι σημαντικό να εκφράζουν τη γνώμη τους και να παίρνουν θέση χωρίς να φοβούνται. Από την άλλη , αυτό δεν είναι ευθύνη μόνο των παιδιών, αλλά και του σχολείου και των εκπροσώπων του, οι οποίοι θα πρέπει να είναι υποστηρικτικοί, να παρέχουν ασφάλεια αλλά κυρίως να ΑΚΟΥΝΕ τα παιδιά. Χωρίς τα παραπάνω γίνεται και το ίδιο το σχολείο με τη σειρά του παρατηρητής του φαινομένου.

     Μια πολύ σημαντική παρέμβαση για την αντιμετώπιση και την πρόληψη του σχολικού εκφοβισμού είναι η πληροφόρηση για τους ρόλους των εμπλεκόμενων μερών. Οι μαθητές θα πρέπει να γνωρίζουν και να διακρίνουν τους ρόλους του θύτη , του θύματος αλλά και τον πολύ σημαντικό ρόλο του παρατηρητή. Από τη στιγμή που το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού εκδηλώνεται μέσα στο σχολικό ομαδικό πλαίσιο, είναι ένα φαινόμενο το οποίο «παράγεται» συλλογικά και όλα τα μέλη της κοινότητας έχουν συμβάλλει λιγότερο ή περισσότερο στην «παραγωγή» του: oι θύτες με την επιθετική τους συμπεριφορά, το θύμα με την παθητικότητά του, οι παρατηρητές με την απραξία τους, οι δάσκαλοι ή οι γονείς με την απόσυρση τους ή την αδυναμία να αφουγκράζονται τις ανησυχίες των μαθητών, κτλ. Το παραπάνω σχόλιο δεν έχει στόχο να ενοχοποιήσει τα εμπλεκόμενα μέρη και ιδιαίτερα τα παιδιά, αλλά περισσότερο να βοηθήσει στην κατανόηση της διαδικασίας και του τρόπου με τον οποίο αλληλεπιδρούν ο θύτης ,το θύμα, το σχολείο, οι δάσκαλοι και οι γονείς.  

     Μια άλλη εξίσου σημαντική παρέμβαση για την πρόληψη του φαινομένου είναι ευαισθητοποίηση σχετικά με τη διαφορετικότητα, καθώς στον εκφοβισμό η διαφορετικότητα αναγνωρίζεται μεν ,αλλά προσβάλλεται με την επίθεση στο παιδί -θύμα.  Η διαφορετικότητα αναφέρεται σε ένα ευρύ φάσμα χαρακτηριστικών (φύλο, θρησκεία, ανάστημα, εμφάνιση, σεξουαλικός προσανατολισμός κ.ά) τα οποία διακρίνουν το άτομο ή την ομάδα από τα άλλα άτομα ή τις άλλες ομάδες αντίστοιχα. Η ανοχή της ευρύτερης κοινωνίας στη διαφορετικότητα συντηρεί το φαινόμενο του εκφοβισμού, όντας παράλληλα ένας δείκτης πρόβλεψής του. Η διαφορετικότητα είναι απαραίτητη για την εξέλιξη των μαθητών γιατί τους παρέχει ερεθίσματα για σκέψη και προβληματισμό, αλλά και κίνητρα για την ανάπτυξη της ατομικής τους ιδιαιτερότητας και τον εμπλουτισμό της ταυτότητάς τους. Επιπλέον, προάγει τον πολιτισμό και την κοινωνικοποίηση, ενώ παράλληλα βοηθά τα παιδιά να συνειδητοποιήσουν ότι οι άνθρωποι αλληλοσυμπληρώνονται μέσα από τις διαφορές τους. 

     Ο καθένας μας ξεχωριστά αξίζει να προβληματιστεί αναφορικά με το εν λόγω φαινόμενο, καθώς διαδραματίζεται στον «καμβά» της ευρύτερης κοινωνίας και δεν αποτελεί ένα στενά ενδοσχολικό φαινόμενο. Δεν είναι απόλυτα επιλογή των παιδιών-θυτών να εκφοβίζουν. Ένα μερίδιο ευθύνης βρίσκεται στην κυρίαρχη κουλτούρα της κοινωνίας και στους μηχανισμούς χειραγώγησης, καταστολής και ελέγχου που αυτή επιβάλλει.

    Στην εποχή που διανύουμε, οπού οι ματαιώσεις είναι καθημερινές, ένας μεγάλος αριθμός ατόμων διαφόρων ηλικιών νιώθει ότι δεν μπορεί να έχει ικανοποιητικό έλεγχο των συνθηκών της ζωής του.  Σε αυτές τις συνθήκες προβάλλει μια «εύκολη» εξισορροπιστική  λύση : o έλεγχος του αδύναμου.